ξυλοφορτώνω
•
- χτυπώ κάποιον ασταμάτητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξυλοφορτώνω < ξυλο- + φορτώνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξυλοφορτώνω | ξυλοφορτώνεις | ξυλοφορτώνει | ξυλοφορτώνουμε | ξυλοφορτώνετε | ξυλοφορτώνουν / ξυλοφορτώνουνε |
| Παρατατικός | ξυλοφόρτωνα | ξυλοφόρτωνες | ξυλοφόρτωνε | ξυλοφορτώναμε | ξυλοφορτώνατε | ξυλοφορτώναν / ξυλοφορτώνανε / ξυλοφόρτωναν |
| Αόριστος | ξυλοφόρτωσα | ξυλοφόρτωσες | ξυλοφόρτωσε | ξυλοφορτώσαμε | ξυλοφορτώσατε | ξυλοφορτώσαν / ξυλοφορτώσανε / ξυλοφόρτωσαν |
| Μέλλοντας | θα ξυλοφορτώνω / θα ξυλοφορτώσω | θα ξυλοφορτώνεις / θα ξυλοφορτώσεις | θα ξυλοφορτώνει / θα ξυλοφορτώσει | θα ξυλοφορτώνουμε / θα ξυλοφορτώσουμε | θα ξυλοφορτώνετε / θα ξυλοφορτώσετε | θα ξυλοφορτώνουν / θα ξυλοφορτώνουνε / θα ξυλοφορτώσουν / θα ξυλοφορτώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξυλοφορτώσει | έχεις ξυλοφορτώσει | έχει ξυλοφορτώσει | έχουμε ξυλοφορτώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξυλοφορτώσει | είχες ξυλοφορτώσει | είχε ξυλοφορτώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξυλοφορτώσει / να ξυλοφορτώνω / να ξυλοφορτώσω | να έχεις ξυλοφορτώσει / να ξυλοφορτώνεις / να ξυλοφορτώσεις | να έχει ξυλοφορτώσει / να ξυλοφορτώνει / να ξυλοφορτώσει | να έχουμε ξυλοφορτώσει / να ξυλοφορτώνουμε / να ξυλοφορτώσουμε | να ξυλοφορτώνετε / να ξυλοφορτώσετε | να ξυλοφορτώνουν / να ξυλοφορτώνουνε / να ξυλοφορτώσουν / να ξυλοφορτώσουνε |
| Προστακτική | — | ξυλοφόρτωνε / ξυλοφόρτωσε | — | — | ξυλοφορτώνετε / ξυλοφορτώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξυλοφορτώθηκαξυλοφορτώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →