Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξυνός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. παρωχημένη γραφή του ξινός Βικιλεξικό
    • Γράφουν ἕνα τρανὸ μανιφέστο / τὸν Μπενάκη τὸν πᾶν φυλακή (…) καὶ τοῦ βγάζουν ξυνό τὸ ρακί. (Γεώργιος Σουρής, Ο Ρωμηός, σελ. 2, 1897)

Ετυμολογία

ξυνός < ξινός (με παρετυμολόγηση από το οξύς)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξυνόςξυνήξυνό
Γενικήξυνούξυνήςξυνού
Αιτιατικήξυνόξυνήξυνό
Κλητικήξυνέξυνήξυνό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξυνοίξυνέςξυνά
Γενικήξυνώνξυνώνξυνών
Αιτιατικήξυνούςξυνέςξυνά
Κλητικήξυνοίξυνέςξυνά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →