ξυπνητήρι
•
- ρολόι το οποίο έχει τη δυνατότητα να ρυθμίζεται ώστε να παράγει σε συγκεκριμένη ώρα κάποιον ήχο ή γενικά ηχητική ειδοποίηση, με σκοπό την αφύπνιση / το ξύπνημα ή γενικά την προειδοποίηση Βικιλεξικό
- εξάρτημα ή χαρακτηριστικό άλλου μηχανισμού ή αντικειμένου με ρόλο ξυπνητηριού (όπως κινητό τηλέφωνο, τηλεόραση) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξυπνητήρι < ξύπνημα + -τήρι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξυπνητήρι | ξυπνητήρια |
| Γενική | ξυπνητηριού | ξυπνητηριών |
| Αιτιατική | ξυπνητήρι | ξυπνητήρια |
| Κλητική | ξυπνητήρι | ξυπνητήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →