ξυραφάκι
•
- η αντικαταστάσιμη ατσάλινη, λεπτή, εύκαμπτη και πλατιά λάμα ξυριστικής μηχανής Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηη τυποποιημένη και περιορισμένων χρήσεων ξυριστική μηχανή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξυραφάκι < ξυράφι + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξυραφάκι | ξυραφάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | ξυραφάκι | ξυραφάκια |
| Κλητική | ξυραφάκι | ξυραφάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →