Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξυραφάκι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η αντικαταστάσιμη ατσάλινη, λεπτή, εύκαμπτη και πλατιά λάμα ξυριστικής μηχανής Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηη τυποποιημένη και περιορισμένων χρήσεων ξυριστική μηχανή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξυραφάκι < ξυράφι + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξυραφάκιξυραφάκια
Γενική——
Αιτιατικήξυραφάκιξυραφάκια
Κλητικήξυραφάκιξυραφάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →