ξυραφίζω
•
- κόβω ή χαράζω κάτι μ’ ένα ξυράφι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξυραφίζω < ξυράφι + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξυραφίζω | ξυραφίζεις | ξυραφίζει | ξυραφίζουμε | ξυραφίζετε | ξυραφίζουν / ξυραφίζουνε |
| Παρατατικός | ξυράφιζα | ξυράφιζες | ξυράφιζε | ξυραφίζαμε | ξυραφίζατε | ξυράφιζαν / ξυραφίζαν / ξυραφίζανε |
| Αόριστος | ξυράφισα | ξυράφισες | ξυράφισε | ξυραφίσαμε | ξυραφίσατε | ξυράφισαν / ξυραφίσαν / ξυραφίσανε |
| Μέλλοντας | θα ξυραφίζω / θα ξυραφίσω | θα ξυραφίζεις / θα ξυραφίσεις | θα ξυραφίζει / θα ξυραφίσει | θα ξυραφίζουμε / θα ξυραφίσουμε | θα ξυραφίζετε / θα ξυραφίσετε | θα ξυραφίζουν / θα ξυραφίζουνε / θα ξυραφίσουν / θα ξυραφίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξυραφίσει | έχεις ξυραφίσει | έχει ξυραφίσει | έχουμε ξυραφίσει | έχετε ξυραφίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξυραφίσει | είχες ξυραφίσει | είχε ξυραφίσει | είχαμε ξυραφίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξυραφίσει / να ξυραφίζω / να ξυραφίσω | να έχεις ξυραφίσει / να ξυραφίζεις / να ξυραφίσεις | να έχει ξυραφίσει / να ξυραφίζει / να ξυραφίσει | να έχουμε ξυραφίσει / να ξυραφίζουμε / να ξυραφίσουμε | να έχετε ξυραφίσει / να ξυραφίζετε / να ξυραφίσετε | να ξυραφίζουν / να ξυραφίζουνε / να ξυραφίσουν / να ξυραφίσουνε |
| Προστακτική | — | ξυράφιζε / ξυράφισε | — | — | ξυραφίζετε / ξυραφίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →