ξυριστική μηχανή
•
- εργαλείο που χρησιμοποιείται για το ξύρισμα και αποτελείται από μία λαβή και μία θέση στην οποία τοποθετούμε και στερεώνουμε ένα ξυραφάκι Βικιλεξικό
- η ηλεκτρική ξυριστική μηχανή Βικιλεξικό
- τυποποιημένη πλαστική ξυριστική μηχανή περιορισμένων χρήσεων με ενσωματωμένο ξυραφάκι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξυριστική μηχανή < → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →