ξωμερίτισσα
•
- θηλυκό του ξωμερίτης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξωμερίτισσα < ξωμερίτης + κατάληξη θηλυκού -ισσα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξωμερίτισσα | ξωμερίτισσες |
| Γενική | ξωμερίτισσας | — |
| Αιτιατική | ξωμερίτισσα | ξωμερίτισσες |
| Κλητική | ξωμερίτισσα | ξωμερίτισσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →