ξωτικός
•
- εξωτικός Βικιλεξικό
- Ὁ τόπος δέν σηκώνει ξωτικές στολές, μπιχλιμπίδια καί τά παρόμοια. Ἕνα κομπλέ, σάν ὅλο τόν κόσμο, μά καλοραμμένο, φορεμένο μέ ἀέρα. Τοῦτο δῶ ἐτοιματζίδικο εἶναι τῆς κακῆς ὥρας. (Μ. Καραγάτσης, Ο Γιούγκερμαν και τα στερνά του, βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1999, σελ. 49)
Ετυμολογία
ξωτικός < ελληνιστική ἐξωτικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ξωτικός | ξωτική | ξωτικό |
| Γενική | ξωτικού | ξωτικής | ξωτικού |
| Αιτιατική | ξωτικό | ξωτική | ξωτικό |
| Κλητική | ξωτικέ | ξωτική | ξωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ξωτικοί | ξωτικές | ξωτικά |
| Γενική | ξωτικών | ξωτικών | ξωτικών |
| Αιτιατική | ξωτικούς | ξωτικές | ξωτικά |
| Κλητική | ξωτικοί | ξωτικές | ξωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →