Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξύλευσις

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. καθαρεύουσαη ξύλευση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξύλευσις < ελληνιστική κοινή ξυλεύ(ομαι) + -σις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →