Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξύπνημα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το αποτέλεσμα τού ξυπνώ, η έξοδος από την κατάσταση του ύπνου Βικιλεξικό
    • Τα ευρήματα μιας νέας μελέτης δείχνουν ότι το (πολύ) πρωινό ξύπνημα έχει ευεργετικές συνέπειες στον οργανισμό. (*)
  2. κατ’ επέκτασηη έξοδος από μια κατάσταση ηρεμίας, απραξίας, αχρηστίας, παραμέλησης ή εγκατάλειψης Βικιλεξικό
    • Το μελωδικό ξύπνημα του αρχαίου θεάτρου της Μεσσήνης (*)
    • Καλυμμένη με ηφαιστειακή στάχτη η Ισλανδία, ύστερα από το ξύπνημα του πιο ενεργού ηφαιστείου της χώρας το Σάββατο, που «πάγωσε» τις εσωτερικές πτήσεις αλλά δεν προκάλεσε προβλήματα στις ευρωπαϊκές ή υπερατλαντικές πτήσεις, τουλάχιστον μέχρι τώρα. (*)
  3. μεταφορικάη «αφύπνιση» και η συνειδητοποίηση μιας κατάστασης στον ψυχικό, διανοητικό ή ερωτικό τομέα Βικιλεξικό
    • Τον έχει εντυπωσιάσει το γεγονός ότι «ενώ αντικείμενο του έργου είναι το ξύπνημα της σεξουαλικότητας, κι ενώ μ' αυτό ασχολούνται συνέχεια τα παιδιά, η λέξη «αγάπη» είναι ανύπαρκτη! (*)

Ετυμολογία

ξύπνημα < ξυπνώ + -μα < μεσαιωνική ελληνική ξυπνῶ < (ελληνιστική κοινή) / ἐξυπνῶ < ἔξυπνος < ἐξ + αρχαία ελληνική ὕπνος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξύπνημαξυπνήματα
Γενικήξυπνήματοςξυπνημάτων
Αιτιατικήξύπνημαξυπνήματα
Κλητικήξύπνημαξυπνήματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →