ξύστρον
•
- καθαρεύουσαη τσουγκράνα Βικιλεξικό
- καθαρεύουσαχοντρή λίμα για τη λείανση ξύλινων επιφανειών Βικιλεξικό
- καθαρεύουσατο τραχύ χαλάκι στην είσοδο ενός σπιτιού για τον καθαρισμό της σόλας των παπουτσιών Βικιλεξικό
- όργανο του σαλιγκαριού το οποίο φέρει 21000 δόντια για τον τεμαχισμό της τροφής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξύστρον < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ξύστρον
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →