Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξώφαρτσα

επίρρημα
•
  1. στην επιφάνεια του δέρματος Βικιλεξικό
    • το χτύπημα τον πήρε ξώφατσα
  2. κατ’ επέκτασηχωρίς κίνδυνο Βικιλεξικό
    • το βόλι τον πήρε ξώφαρτσα
  3. μεταφορικάχωρίς να προχωράει στο βάθος των πραγμάτων Βικιλεξικό
    • συζήτησαν το θέμα ξώφαρτσα

Ετυμολογία

ξώφαρτσα < → λείπει η ετυμολογία

Άλλοι τύποι

ξώφαλτσαξώφαρσα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →