ξώφαρτσα
•
- στην επιφάνεια του δέρματος Βικιλεξικό
- το χτύπημα τον πήρε ξώφατσα
- κατ’ επέκτασηχωρίς κίνδυνο Βικιλεξικό
- το βόλι τον πήρε ξώφαρτσα
- μεταφορικάχωρίς να προχωράει στο βάθος των πραγμάτων Βικιλεξικό
- συζήτησαν το θέμα ξώφαρτσα
Ετυμολογία
ξώφαρτσα < → λείπει η ετυμολογία
Άλλοι τύποι
ξώφαλτσαξώφαρσα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →