ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω
•
- λόγιοαυτός που έχει αυτιά να ακούσει ας ακούσει Βικιλεξικό
- λόγιοαυτός που είναι σε θέση να καταλάβει ας καταλάβει, αυτός που έχει τη διάθεση να ακούσει ας ακούσει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω. → δείτε τις λέξεις ο, έχων, ώτα, ακούειν και ακουέτω. Προέρχεται από από αντίστοιχη έκφραση της Καινής Διαθήκης.
Άλλοι τύποι
έχων ώτα ακούειν ακουέτω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →