ο μη γένοιτο
•
- αρχαιοπρεπέςμακάρι να μην γίνει (εύχομαι αυτό να μη συμβεί ποτέ) Βικιλεξικό
- Έχουμε βγάλει τις γλάστρες από το περβάζι του παραθύρου ώστε, αν γίνει σεισμός, ο μη γένοιτο, να μην πέσουν στο κεφάλι κάποιου περαστικού.
Ετυμολογία
ο μη γένοιτο (μονοτονική) γραφή) < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὅ μὴ γένοιτο < ὅ (το οποίο), μή (μη, μην) & γένοιτο (να γίνει, ευκτική αορίστου του γίγνομαι
Άλλοι τύποι
μη γένοιτο
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →