Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οίκημα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η κατοικία Βικιλεξικό
  2. κάθε στεγασμένος χώρος που χρησιμεύει ως κατοικία Βικιλεξικό
  3. κτίριο Βικιλεξικό
    • Το όμορφο αυτό οίκημα, πάντως, του 20ού αιώνα στέγασε κατά καιρούς (είτε με ενοίκιο, είτε δωρεάν) το μεγαλύτερο μέρος του μαθητικού πληθυσμού της μέσης εκπαίδευσης της πόλης, όπως το γυμνάσιο αρρένων μέχρι την απόκτηση δικού του κτηρίου (Η Σπάρτη ανάμεσα σε τρεις αιώνες 1834-2002, Δήμος Σπαρτιατών, 2002, σελ. 140)
    • Η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή αν: ... β) ο υπαίτιος αφαιρεί πράγμα επιστημονικής ή καλλιτεχνικής ή αρχαιολογικής ή ιστορικής σημασίας που βρίσκεται σε συλλογή εκτεθειμένη σε κοινή θέα ή σε δημόσιο οίκημα ή σε άλλο δημόσιο τόπο (Νόμος 4619, 2019, Κύρωση του Ποινικού Κώδικα, Ελληνική Δημοκρατία)

Ετυμολογία

οίκημα < αρχαία ελληνική οἴκημα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήοίκημαοικήματα
Γενικήοικήματοςοικημάτων
Αιτιατικήοίκημαοικήματα
Κλητικήοίκημαοικήματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →