οίκηση
•
- λόγιοη αποίκηση Βικιλεξικό
- πρόκειται για εμπράγματο δικαίωμα πάνω σε ένα ακίνητο το οποίο επιτρέπει στον δικαιούχο τη χρήση του, αλλά όχι την εκμετάλλευσή του Βικιλεξικό
- οι αφοί «Τάδε» έχουν δικαίωμα οίκησης της γκαρσονιέρας, αλλά ουδόλως δύνανται να την αξιοποιήσουν ως αποθηκευτικό χώρο για τις ανάγκες της εταιρείας «Δείνα»
Ετυμολογία
οίκηση < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οίκηση | οικήσεις |
| Γενική | οίκησης | οικήσεων |
| Αιτιατική | οίκηση | οικήσεις |
| Κλητική | οίκηση | οικήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →