οίκτος
•
- το συναίσθημα της συμπάθειας για κάποιον που βρίσκεται σε πάσχουσα ή δυσάρεστη κατάσταση Βικιλεξικό
- φιλευσπλαχνία Βικιλεξικό
- κακόσημοπεριφρόνηση, καταφρόνια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οίκτος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική οἶκτος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οίκτος | οίκτοι |
| Γενική | οίκτου | οίκτων |
| Αιτιατική | οίκτο | οίκτους |
| Κλητική | οίκτε | οίκτοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →