οβελίσκος
•
- ο λατρευτικός μονολιθικός στύλος (κυλινδρικός ή τετράεδρος) που τοποθετείτο ζευγαρωτά, συνήθως στην είσοδο αρχαίων αιγυπτιακών ναών. Αυτοί οι στύλοι συνήθως απολήγουν σε μικρή πυραμίδα. Γενικά η λέξη χρησιμοποιείται για κάθε μνημείο που έχει αυτή τη μορφή. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οβελίσκος < αρχαία ελληνική ὀβελίσκος < ὀβελός (σούβλα - οριζόντια γραμμή)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οβελίσκος | οβελίσκοι |
| Γενική | οβελίσκου | οβελίσκων |
| Αιτιατική | οβελίσκο | οβελίσκους |
| Κλητική | οβελίσκε | οβελίσκοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →