οβιδοβόλο
•
- πυροβόλο με κάννη μικρού μήκους (αναλογικά με το διαμέτρημά της) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οβιδοβόλο < οβίδ(α) + -ο- + -βόλο (< βάλλω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οβιδοβόλο | οβιδοβόλα |
| Γενική | οβιδοβόλου | οβιδοβόλων |
| Αιτιατική | οβιδοβόλο | οβιδοβόλα |
| Κλητική | οβιδοβόλο | οβιδοβόλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →