ογδοντάρα
•
- γυναίκα ηλικίας περίπου ογδόντα χρονών Βικιλεξικό
- ένα σύνολο από ογδόντα ομοειδή πράγματα, πχ 80€ Βικιλεξικό
- Πόσο να κάνει ένας καλός εκτυπωτής; Δε θα κάνει καμιά ογδοντάρα;
Ετυμολογία
ογδοντάρα < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ογδοντάρα | ογδοντάρες |
| Γενική | ογδοντάρας | — |
| Αιτιατική | ογδοντάρα | ογδοντάρες |
| Κλητική | ογδοντάρα | ογδοντάρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →