ογκρατέν
•
- γαστρονομίαφαγητό μαγειρεμένο με επικάλυψη από τριμμένο τυρί και κύβους ψωμιού ή/και από βούτυρο Βικιλεξικό
- πατάτες ογκρατέν
Ετυμολογία
ογκρατέν < γαλλική au gratin < gratin < gratter < φραγκική *kratton < πρωτογερμανική *krattōną < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gred-
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →