ογκόλιθος
•
- η πέτρα με τεράστιο όγκο Βικιλεξικό
- Προστασία, κατά μήκος, του πόδα του κρηπιδότοιχου και της λιθορριπής έδρασης με τη χρήση τεχνητών ογκολίθων ποδός και πρίσματος λιθορριπής θωράκισης κατάλληλης διαβάθμισης, για μήκος 35μ (Επισκευή Κρηπιδότοιχων, Λιμένας Νήσου Καλύμνου, αναφέρεται σε έργο που υλοποιήθηκε το 2010, ανακτήθηκε 28/11/2021 https://www.cnway.gr/el/project/%CE%BB%CE%B9%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%B1%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8D%CE%BC%CE%BD%CE%BF%CF%85-2/)
- μεταφορικάγια κάτι/κάποιον που επιβάλλεται με την παρουσία του σε έναν πνευματικό χώρο Βικιλεξικό
- Ο ογκόλιθος της παγκόσμιας λογοτεχνίας Λέων Τολστόι (newsbeast.gr, 10/09/2014 https://www.newsbeast.gr/portraita/arthro/727768/o-ogolithos-tis-pagosmias-logotehnias-leon-tolstoi)
Ετυμολογία
ογκόλιθος < όγκ(ος) + -ό- + λίθος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ογκόλιθος | ογκόλιθοι |
| Γενική | ογκολίθου / ογκόλιθου | ογκολίθων / ογκόλιθων |
| Αιτιατική | ογκόλιθο | ογκολίθους / ογκόλιθους |
| Κλητική | ογκόλιθε | ογκόλιθοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →