ογκόπαγος
•
- επιφάνεια παγωμένου θαλασσινού νερού που επιπλέει Βικιλεξικό
- Ογκόπαγοι βάρους 50 τόννων ήρχισαν να συσωρρεύονται απειλητικώς πέριξ του πλοίου Endurance κατά το φθινόπωρον.
- το παγόβουνο Βικιλεξικό
- […] εν ατμόπλοιον δεν δύναται να αποφύγη τον κίνδυνον, όταν ευρίσκεται αιφνιδίως έμπροσθεν επερχομένων κατ' αυτού μεγάλων ογκοπάγων […].
- ο παγετώνας Βικιλεξικό
- Oι ογκόπαγοι των Oυραλίων ή των Αλτάι ψηλοκρέμονταν στα βάθη του ορίζοντα και γνέματα καπνού σκαρφάλωναν στον αέρα από χαρτονένιες πολιτείες […].
Ετυμολογία
ογκόπαγος < όγκος + πάγος (μαρτυρείται από το 1894) < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική pack ice
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ογκόπαγος | ογκόπαγοι |
| Γενική | ογκόπαγου | ογκόπαγων |
| Αιτιατική | ογκόπαγο | ογκόπαγους |
| Κλητική | ογκόπαγε | ογκόπαγοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →