οδήγηση
•
- η ενέργεια του οδηγώ, το σύνολο των ενεργειών με τις οποίες κάποιος ελέγχει και κατευθύνει την κίνηση επίγειου οχήματος (αυτοκινήτου, δικύκλου) Βικιλεξικό
- στην Ελλάδα απαγορεύεται η οδήγηση αυτοκινήτου χωρίς αντίστοιχο δίπλωμα
- η οδήγηση μοτοσυκλέτας, τύπου στριτ, σε χαλικοστρωμένο δρόμο είναι εξαιρετικά επικίνδυνη
Ετυμολογία
οδήγηση < (ελληνιστική κοινή) ὁδήγησις < αρχαία ελληνική ὁδηγῶ < ὁδός + -ηγῶ < ἄγω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οδήγηση | οδηγήσεις |
| Γενική | οδήγησης | οδηγήσεων |
| Αιτιατική | οδήγηση | οδηγήσεις |
| Κλητική | οδήγηση | οδηγήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →