Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οδήγηση

/oˈði.ʝi.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια του οδηγώ, το σύνολο των ενεργειών με τις οποίες κάποιος ελέγχει και κατευθύνει την κίνηση επίγειου οχήματος (αυτοκινήτου, δικύκλου) Βικιλεξικό
    • στην Ελλάδα απαγορεύεται η οδήγηση αυτοκινήτου χωρίς αντίστοιχο δίπλωμα
    • η οδήγηση μοτοσυκλέτας, τύπου στριτ, σε χαλικοστρωμένο δρόμο είναι εξαιρετικά επικίνδυνη

Ετυμολογία

οδήγηση < (ελληνιστική κοινή) ὁδήγησις < αρχαία ελληνική ὁδηγῶ < ὁδός + -ηγῶ < ἄγω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήοδήγησηοδηγήσεις
Γενικήοδήγησηςοδηγήσεων
Αιτιατικήοδήγησηοδηγήσεις
Κλητικήοδήγησηοδηγήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →