Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οδηγικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον οδηγό και την οδήγηση ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
    • Άλλες μορφές οδηγητικός
  2. που έχει σχέση με τον οδηγισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οδηγικός < οδηγός + -ικός # οδηγικός < οδηγισμός + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοδηγικόςοδηγικήοδηγικό
Γενικήοδηγικούοδηγικήςοδηγικού
Αιτιατικήοδηγικόοδηγικήοδηγικό
Κλητικήοδηγικέοδηγικήοδηγικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοδηγικοίοδηγικέςοδηγικά
Γενικήοδηγικώνοδηγικώνοδηγικών
Αιτιατικήοδηγικούςοδηγικέςοδηγικά
Κλητικήοδηγικοίοδηγικέςοδηγικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →