οδηγικός
•
- που έχει σχέση με τον οδηγό και την οδήγηση ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
- Άλλες μορφές οδηγητικός
- που έχει σχέση με τον οδηγισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οδηγικός < οδηγός + -ικός # οδηγικός < οδηγισμός + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οδηγικός | οδηγική | οδηγικό |
| Γενική | οδηγικού | οδηγικής | οδηγικού |
| Αιτιατική | οδηγικό | οδηγική | οδηγικό |
| Κλητική | οδηγικέ | οδηγική | οδηγικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οδηγικοί | οδηγικές | οδηγικά |
| Γενική | οδηγικών | οδηγικών | οδηγικών |
| Αιτιατική | οδηγικούς | οδηγικές | οδηγικά |
| Κλητική | οδηγικοί | οδηγικές | οδηγικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →