Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οδηγισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. κίνημα ανάλογο με τον προσκοπισμό που στα αρχικά του στάδια απευθυνόταν κυρίως στα κορίτσια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οδηγισμός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήοδηγισμόςοδηγισμοί
Γενικήοδηγισμούοδηγισμών
Αιτιατικήοδηγισμόοδηγισμούς
Κλητικήοδηγισμέοδηγισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →