Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οδικός χάρτης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. χάρτης που δείχνει τις οδικές αρτηρίες μιας περιοχής καθώς και άλλες χρηστικές πληροφορίες Βικιλεξικό
  2. νεολογισμόςσχέδιο δράσης, στο οποίο περιγράφονται λεπτομερώς ή αδρομερώς οι μελλοντικές ενέργειες που απαιτείται να γίνουν για ένα ζήτημα Βικιλεξικό
    • Αν κι η συνάντηση διαμόρφωσε την «ατζέντα» της διυπουργικής -έγινε λόγος για «οδικό χάρτη» εξόδου της βιομηχανίας από την κρίση- ωστόσο φαίνεται πως το κλίμα ήταν καλό. (* εφημερίδα Το Βήμα)

Ετυμολογία

οδικός χάρτης < → δείτε τις λέξεις οδικός και χάρτης (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική road map)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήοδικός χάρτηςοδικοί χάρτες
Γενικήοδικού χάρτηοδικών χαρτών
Αιτιατικήοδικό χάρτηοδικούς χάρτες
Κλητικήοδικέ χάρτηοδικοί χάρτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →