οδικώς
•
- τροπικό επίρρημαμε όχημα από την ξηρά, με τη χρήση των δρόμων, του οδικού δικτύου Βικιλεξικό
- τελικά θα έλθει οδικώς από τη Θεσσαλονίκη, διότι δεν βρήκε θέση στο τραίνο
Ετυμολογία
οδικώς < οδικ(ός) + -ώς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →