Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οδοιπορικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την οδοιπορία ή τον οδοιπόρο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οδοιπορικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοδοιπορικόςοδοιπορικήοδοιπορικό
Γενικήοδοιπορικούοδοιπορικήςοδοιπορικού
Αιτιατικήοδοιπορικόοδοιπορικήοδοιπορικό
Κλητικήοδοιπορικέοδοιπορικήοδοιπορικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοδοιπορικοίοδοιπορικέςοδοιπορικά
Γενικήοδοιπορικώνοδοιπορικώνοδοιπορικών
Αιτιατικήοδοιπορικούςοδοιπορικέςοδοιπορικά
Κλητικήοδοιπορικοίοδοιπορικέςοδοιπορικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →