οδοκαθαριστής
•
- επάγγελμαο υπάλληλος του δήμου που φροντίζει για την καθαριότητα των δρόμων και των δημόσιων χώρων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οδοκαθαριστής < (οδός) οδο- + καθαριστής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οδοκαθαριστής | οδοκαθαριστές |
| Γενική | οδοκαθαριστή | οδοκαθαριστών |
| Αιτιατική | οδοκαθαριστή | οδοκαθαριστές |
| Κλητική | οδοκαθαριστή | οδοκαθαριστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →