οδοντάγρα
•
- λόγιολαβίδα του οδοντίατρου για την εξαγωγή δοντιών Βικιλεξικό
- πολυτονική γραφή: ὀδοντάγρα
Ετυμολογία
οδοντάγρα < οδοντ- (< ὀδούς, γενική ὀδόντος) + ἄγρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οδοντάγρα | οδοντάγρες |
| Γενική | οδοντάγρας | οδονταγρών |
| Αιτιατική | οδοντάγρα | οδοντάγρες |
| Κλητική | οδοντάγρα | οδοντάγρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →