οδοντίνη
•
- ανατομίαη σκληρή, πυκνή ασβεστολιθική ουσία που αποτελεί το κύριο σώμα ενός δοντιού, κάτω από το σμάλτο και γύρω από τον πολφό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οδοντίνη < οδούς + -ίνη ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική dentine )
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οδοντίνη | οδοντίνες |
| Γενική | οδοντίνης | οδοντινών |
| Αιτιατική | οδοντίνη | οδοντίνες |
| Κλητική | οδοντίνη | οδοντίνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →