Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οδοντιατρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την οδοντιατρική ή τον οδοντίατρο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οδοντιατρικός < οδοντ- + ιατρικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοδοντιατρικόςοδοντιατρικήοδοντιατρικό
Γενικήοδοντιατρικούοδοντιατρικήςοδοντιατρικού
Αιτιατικήοδοντιατρικόοδοντιατρικήοδοντιατρικό
Κλητικήοδοντιατρικέοδοντιατρικήοδοντιατρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοδοντιατρικοίοδοντιατρικέςοδοντιατρικά
Γενικήοδοντιατρικώνοδοντιατρικώνοδοντιατρικών
Αιτιατικήοδοντιατρικούςοδοντιατρικέςοδοντιατρικά
Κλητικήοδοντιατρικοίοδοντιατρικέςοδοντιατρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →