Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οδοντοτεχνικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την οδοντοτεχνία ή τους οδοντοτεχνίτες ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
    • οδοντοτεχνικός σύλλογος
  2. ουσιαστικοποιημένοοδοντοτεχνική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οδοντοτεχνικός < οδοντοτεχνία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοδοντοτεχνικόςοδοντοτεχνικήοδοντοτεχνικό
Γενικήοδοντοτεχνικούοδοντοτεχνικήςοδοντοτεχνικού
Αιτιατικήοδοντοτεχνικόοδοντοτεχνικήοδοντοτεχνικό
Κλητικήοδοντοτεχνικέοδοντοτεχνικήοδοντοτεχνικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοδοντοτεχνικοίοδοντοτεχνικέςοδοντοτεχνικά
Γενικήοδοντοτεχνικώνοδοντοτεχνικώνοδοντοτεχνικών
Αιτιατικήοδοντοτεχνικούςοδοντοτεχνικέςοδοντοτεχνικά
Κλητικήοδοντοτεχνικοίοδοντοτεχνικέςοδοντοτεχνικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →