Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οδοντοφατνιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου έχει σχέση με την περιοχή των δοντιών και των φατνίων ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οδοντοφατνιακός < οδοντο- + φατνιακός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική dentoalveolar)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοδοντοφατνιακόςοδοντοφατνιακήοδοντοφατνιακό
Γενικήοδοντοφατνιακούοδοντοφατνιακήςοδοντοφατνιακού
Αιτιατικήοδοντοφατνιακόοδοντοφατνιακήοδοντοφατνιακό
Κλητικήοδοντοφατνιακέοδοντοφατνιακήοδοντοφατνιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοδοντοφατνιακοίοδοντοφατνιακέςοδοντοφατνιακά
Γενικήοδοντοφατνιακώνοδοντοφατνιακώνοδοντοφατνιακών
Αιτιατικήοδοντοφατνιακούςοδοντοφατνιακέςοδοντοφατνιακά
Κλητικήοδοντοφατνιακοίοδοντοφατνιακέςοδοντοφατνιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →