Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οδοποιητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την οδοποιία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οδοποιητικός < οδοποιία + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοδοποιητικόςοδοποιητικήοδοποιητικό
Γενικήοδοποιητικούοδοποιητικήςοδοποιητικού
Αιτιατικήοδοποιητικόοδοποιητικήοδοποιητικό
Κλητικήοδοποιητικέοδοποιητικήοδοποιητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοδοποιητικοίοδοποιητικέςοδοποιητικά
Γενικήοδοποιητικώνοδοποιητικώνοδοποιητικών
Αιτιατικήοδοποιητικούςοδοποιητικέςοδοποιητικά
Κλητικήοδοποιητικοίοδοποιητικέςοδοποιητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →