οδοποιητικός
•
- που έχει σχέση με την οδοποιία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οδοποιητικός < οδοποιία + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οδοποιητικός | οδοποιητική | οδοποιητικό |
| Γενική | οδοποιητικού | οδοποιητικής | οδοποιητικού |
| Αιτιατική | οδοποιητικό | οδοποιητική | οδοποιητικό |
| Κλητική | οδοποιητικέ | οδοποιητική | οδοποιητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οδοποιητικοί | οδοποιητικές | οδοποιητικά |
| Γενική | οδοποιητικών | οδοποιητικών | οδοποιητικών |
| Αιτιατική | οδοποιητικούς | οδοποιητικές | οδοποιητικά |
| Κλητική | οδοποιητικοί | οδοποιητικές | οδοποιητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →