οδοστρωτήρας
•
- βαρύ όχημα που φέρει έναν ή περισσότερους σιδερένιους κυλίνδρους και χρησιμοποιείται στην οδοποιία για την ασφαλτόστρωση δρόμων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οδοστρωτήρας < οδός + στρώνω + -τήρας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οδοστρωτήρας | οδοστρωτήρες |
| Γενική | οδοστρωτήρα | οδοστρωτήρων |
| Αιτιατική | οδοστρωτήρα | οδοστρωτήρες |
| Κλητική | οδοστρωτήρα | οδοστρωτήρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →