Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οδωνύμιο

/o.ðoˈni.mi.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η ονομασία μιας οδού Βικιλεξικό
    • Το να ανακαλύπτεις μια πρόγονό σου σε οδωνύμιο, οπωσδήποτε σε κάνει υπερήφανο! (*)

Ετυμολογία

οδωνύμιο < οδ- < οδ(ός) + -ωνύμιο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήοδωνύμιοοδωνύμια
Γενικήοδωνυμίου / οδωνύμιουοδωνυμίων / οδωνύμιων
Αιτιατικήοδωνύμιοοδωνύμια
Κλητικήοδωνύμιοοδωνύμια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →