οδωνύμιο
•
- η ονομασία μιας οδού Βικιλεξικό
- Το να ανακαλύπτεις μια πρόγονό σου σε οδωνύμιο, οπωσδήποτε σε κάνει υπερήφανο! (*)
Ετυμολογία
οδωνύμιο < οδ- < οδ(ός) + -ωνύμιο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οδωνύμιο | οδωνύμια |
| Γενική | οδωνυμίου / οδωνύμιου | οδωνυμίων / οδωνύμιων |
| Αιτιατική | οδωνύμιο | οδωνύμια |
| Κλητική | οδωνύμιο | οδωνύμια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →