Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οδόμετρο

/oˈðo.me.tro/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. τεχνολογίασυσκευή με την οποία μετρούσαν το μήκος μιας οδού ή άλλες αποστάσεις στην αρχαία Ελλάδα Βικιλεξικό
    • Το οδόμετρο (3ος αι. π.Χ.), ο πρώτος χιλιομετρητής της ιστορίας. Πρόκειται για μηχανισμό που χρησιμοποιούνταν για την ακριβή μέτρηση οδικών αποστάσεων. Σύμφωνα με τον Ήρωνα τον Αλεξανδρέα (Περί Διόπτρας) αποτελούνταν από ένα κιβώτιο με συμπλεκόμενους ατέρμονες κοχλίες και οδοντωτούς τροχούς προσαρμοσμένο σε κινούμενο όχημα. (www.archaiologia.gr)
  2. ο χιλιομετροδείκτης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οδόμετρο < ελληνιστική κοινή ὁδόμετρον < αρχαία ελληνική ὁδός + μέτρον, λόγιο ενδογενές δάνειο: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική odomètre ή από την αγγλική odometer / hodometer ). Μορφολογικά αναλύεται σε οδό- + -μετρο.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήοδόμετροοδόμετρα
Γενικήοδομέτρου / οδόμετρουοδομέτρων / οδόμετρων
Αιτιατικήοδόμετροοδόμετρα
Κλητικήοδόμετροοδόμετρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →