οδόντωση
•
- ανατομίατα δόντια κάποιου ως σύνολο Βικιλεξικό
- μεταφορικάτα «δόντια» (δηλαδή οι διαδοχικές προεξοχές και εγκοπές) ενός μαχαιριού (γραναζιού κ.λπ.) ως σύνολο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οδόντωση < οδούς (γενική: οδόντος) + -ωση # < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική denture # < (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Zähnung
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οδόντωση | οδοντώσεις |
| Γενική | οδόντωσης | οδοντώσεων |
| Αιτιατική | οδόντωση | οδοντώσεις |
| Κλητική | οδόντωση | οδοντώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →