οζαινίτης
•
- που αναδίδει οσμή σαν της όζαινας Βικιλεξικό
- βοτανικήνάρδος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οζαινίτης < ελληνιστική κοινή ὀζαινίτης < ὄζαινα < αρχαία ελληνική ὄζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οζαινίτης | οζαινίτες |
| Γενική | οζαινίτη | οζαινιτών |
| Αιτιατική | οζαινίτη | οζαινίτες |
| Κλητική | οζαινίτη | οζαινίτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →