Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οζονίζω

ρήμα
•
  1. εμπλουτίζω με όζον Βικιλεξικό
  2. ψεκάζω / διαποτίζω με όζον (για απολύμανση κ.λπ.) Βικιλεξικό
  3. εμπλουτίζω με όζον Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οζονίζω < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική ozoniser / ozoner + -ίζω < ozone < γερμανική Ozon < αρχαία ελληνική ὄζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςοζονίζωοζονίζειςοζονίζειοζονίζουμεοζονίζετεοζονίζουν / οζονίζουνε
Παρατατικόςοζόνιζαοζόνιζεςοζόνιζεοζονίζαμεοζονίζατεοζονίζαν / οζονίζανε / οζόνιζαν
Αόριστοςοζόνισαοζόνισεςοζόνισεοζονίσαμεοζονίσατεοζονίσαν / οζονίσανε / οζόνισαν
Μέλλονταςθα οζονίζω / θα οζονίσωθα οζονίζεις / θα οζονίσειςθα οζονίζει / θα οζονίσειθα οζονίζουμε / θα οζονίσουμεθα οζονίζετε / θα οζονίσετεθα οζονίζουν / θα οζονίζουνε / θα οζονίσουν / θα οζονίσουνε
Παρακείμενοςέχω οζονίσειέχεις οζονίσειέχει οζονίσειέχουμε οζονίσειέχετε οζονίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα οζονίσειείχες οζονίσειείχε οζονίσειείχαμε οζονίσει——
Υποτακτικήνα έχω οζονίσει / να οζονίζω / να οζονίσωνα έχεις οζονίσει / να οζονίζεις / να οζονίσειςνα έχει οζονίσει / να οζονίζει / να οζονίσεινα έχουμε οζονίσει / να οζονίζουμε / να οζονίσουμενα έχετε οζονίσει / να οζονίζετε / να οζονίσετενα οζονίζουν / να οζονίζουνε / να οζονίσουν / να οζονίσουνε
Προστακτική—οζόνιζε / οζόνισε——οζονίζετε / οζονίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →