οζονίζω
•
- εμπλουτίζω με όζον Βικιλεξικό
- ψεκάζω / διαποτίζω με όζον (για απολύμανση κ.λπ.) Βικιλεξικό
- εμπλουτίζω με όζον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οζονίζω < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική ozoniser / ozoner + -ίζω < ozone < γερμανική Ozon < αρχαία ελληνική ὄζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | οζονίζω | οζονίζεις | οζονίζει | οζονίζουμε | οζονίζετε | οζονίζουν / οζονίζουνε |
| Παρατατικός | οζόνιζα | οζόνιζες | οζόνιζε | οζονίζαμε | οζονίζατε | οζονίζαν / οζονίζανε / οζόνιζαν |
| Αόριστος | οζόνισα | οζόνισες | οζόνισε | οζονίσαμε | οζονίσατε | οζονίσαν / οζονίσανε / οζόνισαν |
| Μέλλοντας | θα οζονίζω / θα οζονίσω | θα οζονίζεις / θα οζονίσεις | θα οζονίζει / θα οζονίσει | θα οζονίζουμε / θα οζονίσουμε | θα οζονίζετε / θα οζονίσετε | θα οζονίζουν / θα οζονίζουνε / θα οζονίσουν / θα οζονίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω οζονίσει | έχεις οζονίσει | έχει οζονίσει | έχουμε οζονίσει | έχετε οζονίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα οζονίσει | είχες οζονίσει | είχε οζονίσει | είχαμε οζονίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω οζονίσει / να οζονίζω / να οζονίσω | να έχεις οζονίσει / να οζονίζεις / να οζονίσεις | να έχει οζονίσει / να οζονίζει / να οζονίσει | να έχουμε οζονίσει / να οζονίζουμε / να οζονίσουμε | να έχετε οζονίσει / να οζονίζετε / να οζονίσετε | να οζονίζουν / να οζονίζουνε / να οζονίσουν / να οζονίσουνε |
| Προστακτική | — | οζόνιζε / οζόνισε | — | — | οζονίζετε / οζονίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →