Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οθνείος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αρχαιοπρεπέςξένος, αλλοεθνής, ξενόφερτος Βικιλεξικό
    • Πώς διακρίνεται κάτι εντόπιο και ιθαγενές από κάτι αλλότριο και οθνείο; (Κωνσταντίνος Χριστόπουλος, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ), Σχολή Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών, Τμήμα Πολιτικών Επιστημών, 2021 Ο εθνοκεντρικός λόγος στη νεοελληνική τέχνη: το έθνος ως εργαλείο ανάλυσης της τέχνης στη μεταπολεμική Ελλάδα https://www.didaktorika.gr/eadd/handle/10442/49752)
    • Άννα Πολατίδου, «Προς την κα Γαλάτεια: Ένας διάλογος του Γρ. Ξενόπουλου με την Γ. Καζαντζάκη περί του οθνείου στη λογοτεχνία», Φιλόλογος, τχ. 129 (Ιούλιος-Αύγουστος-Σεπτέμβριος 2007), σ. 371-381 https://www.greek-language.gr/periodika/mags/filologos/2007/129/131677

Ετυμολογία

οθνείος < αρχαία ελληνική ὀθνεῖος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοθνείοςοθνείαοθνείο
Γενικήοθνείουοθνείαςοθνείου
Αιτιατικήοθνείοοθνείαοθνείο
Κλητικήοθνείεοθνείαοθνείο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοθνείοιοθνείεςοθνεία
Γενικήοθνείωνοθνείωνοθνείων
Αιτιατικήοθνείουςοθνείεςοθνεία
Κλητικήοθνείοιοθνείεςοθνεία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →