Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οιακίζω

ρήμα
•
  1. ναυτικός όροςχειρίζομαι τον οίακα, το τιμόνι Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάέχω το γκουβέρνο Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηδίνω μια γενική κατεύθυνση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οιακίζω < αρχαία ελληνική οἰακίζω < οἴαξ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςοιακίζωοιακίζειςοιακίζειοιακίζουμεοιακίζετεοιακίζουν / οιακίζουνε
Παρατατικόςοιάκιζαοιάκιζεςοιάκιζεοιακίζαμεοιακίζατεοιάκιζαν / οιακίζαν / οιακίζανε
Αόριστοςοιάκισαοιάκισεςοιάκισεοιακίσαμεοιακίσατεοιάκισαν / οιακίσαν / οιακίσανε
Μέλλονταςθα οιακίζω / θα οιακίσωθα οιακίζεις / θα οιακίσειςθα οιακίζει / θα οιακίσειθα οιακίζουμε / θα οιακίσουμεθα οιακίζετε / θα οιακίσετεθα οιακίζουν / θα οιακίζουνε / θα οιακίσουν / θα οιακίσουνε
Παρακείμενοςέχω οιακίσειέχεις οιακίσειέχει οιακίσειέχουμε οιακίσειέχετε οιακίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα οιακίσειείχες οιακίσειείχε οιακίσειείχαμε οιακίσει——
Υποτακτικήνα έχω οιακίσει / να οιακίζω / να οιακίσωνα έχεις οιακίσει / να οιακίζεις / να οιακίσειςνα έχει οιακίσει / να οιακίζει / να οιακίσεινα έχουμε οιακίσει / να οιακίζουμε / να οιακίσουμενα έχετε οιακίσει / να οιακίζετε / να οιακίσετενα οιακίζουν / να οιακίζουνε / να οιακίσουν / να οιακίσουνε
Προστακτική—οιάκιζε / οιάκισε——οιακίζετε / οιακίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →