οιακοστροφώ
•
- ναυτικός όροςοιακίζω, πηδαλιουχώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οιακοστροφώ < αρχαία ελληνική οἰακοστροφέω / οἰακοστροφῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | οιακοστροφώ | οιακοστροφείς | οιακοστροφεί | οιακοστροφούμε | οιακοστροφείτε | οιακοστροφούν / οιακοστροφούνε |
| Παρατατικός | οιακοστροφούσα | οιακοστροφούσες | οιακοστροφούσε | οιακοστροφούσαμε | οιακοστροφούσατε | οιακοστροφούσαν / οιακοστροφούσανε |
| Αόριστος | οιακοστρόφησα | οιακοστρόφησες | οιακοστρόφησε | οιακοστροφήσαμε | οιακοστροφήσατε | οιακοστροφήσαν / οιακοστροφήσανε / οιακοστρόφησαν |
| Μέλλοντας | θα οιακοστροφήσω / θα οιακοστροφώ | θα οιακοστροφήσεις / θα οιακοστροφείς | θα οιακοστροφήσει / θα οιακοστροφεί | θα οιακοστροφήσουμε / θα οιακοστροφούμε | θα οιακοστροφήσετε / θα οιακοστροφείτε | θα οιακοστροφήσουν / θα οιακοστροφήσουνε / θα οιακοστροφούν / θα οιακοστροφούνε |
| Παρακείμενος | έχω οιακοστροφήσει | έχεις οιακοστροφήσει | έχει οιακοστροφήσει | έχουμε οιακοστροφήσει | έχετε οιακοστροφήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα οιακοστροφήσει | είχες οιακοστροφήσει | είχε οιακοστροφήσει | είχαμε οιακοστροφήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω οιακοστροφήσει / να οιακοστροφήσω / να οιακοστροφώ | να έχεις οιακοστροφήσει / να οιακοστροφήσεις / να οιακοστροφείς | να έχει οιακοστροφήσει / να οιακοστροφήσει / να οιακοστροφεί | να έχουμε οιακοστροφήσει / να οιακοστροφήσουμε / να οιακοστροφούμε | να έχετε οιακοστροφήσει / να οιακοστροφήσετε / να οιακοστροφείτε | να οιακοστροφήσουν / να οιακοστροφήσουνε / να οιακοστροφούν / να οιακοστροφούνε |
| Προστακτική | — | οιακοστρόφει / οιακοστρόφησε | — | — | οιακοστροφήστε / οιακοστροφείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →