Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οιακοστροφώ

ρήμα
•
  1. ναυτικός όροςοιακίζω, πηδαλιουχώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οιακοστροφώ < αρχαία ελληνική οἰακοστροφέω / οἰακοστροφῶ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςοιακοστροφώοιακοστροφείςοιακοστροφείοιακοστροφούμεοιακοστροφείτεοιακοστροφούν / οιακοστροφούνε
Παρατατικόςοιακοστροφούσαοιακοστροφούσεςοιακοστροφούσεοιακοστροφούσαμεοιακοστροφούσατεοιακοστροφούσαν / οιακοστροφούσανε
Αόριστοςοιακοστρόφησαοιακοστρόφησεςοιακοστρόφησεοιακοστροφήσαμεοιακοστροφήσατεοιακοστροφήσαν / οιακοστροφήσανε / οιακοστρόφησαν
Μέλλονταςθα οιακοστροφήσω / θα οιακοστροφώθα οιακοστροφήσεις / θα οιακοστροφείςθα οιακοστροφήσει / θα οιακοστροφείθα οιακοστροφήσουμε / θα οιακοστροφούμεθα οιακοστροφήσετε / θα οιακοστροφείτεθα οιακοστροφήσουν / θα οιακοστροφήσουνε / θα οιακοστροφούν / θα οιακοστροφούνε
Παρακείμενοςέχω οιακοστροφήσειέχεις οιακοστροφήσειέχει οιακοστροφήσειέχουμε οιακοστροφήσειέχετε οιακοστροφήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα οιακοστροφήσειείχες οιακοστροφήσειείχε οιακοστροφήσειείχαμε οιακοστροφήσει——
Υποτακτικήνα έχω οιακοστροφήσει / να οιακοστροφήσω / να οιακοστροφώνα έχεις οιακοστροφήσει / να οιακοστροφήσεις / να οιακοστροφείςνα έχει οιακοστροφήσει / να οιακοστροφήσει / να οιακοστροφείνα έχουμε οιακοστροφήσει / να οιακοστροφήσουμε / να οιακοστροφούμενα έχετε οιακοστροφήσει / να οιακοστροφήσετε / να οιακοστροφείτενα οιακοστροφήσουν / να οιακοστροφήσουνε / να οιακοστροφούν / να οιακοστροφούνε
Προστακτική—οιακοστρόφει / οιακοστρόφησε——οιακοστροφήστε / οιακοστροφείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →