οικίζω
•
- λόγιοαποικίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οικίζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | οικίζω | οικίζεις | οικίζει | οικίζουμε | οικίζετε | οικίζουν / οικίζουνε |
| Παρατατικός | οίκιζα | οίκιζες | οίκιζε | οικίζαμε | οικίζατε | οίκιζαν / οικίζαν / οικίζανε |
| Αόριστος | οίκισα | οίκισες | οίκισε | οικίσαμε | οικίσατε | οίκισαν / οικίσαν / οικίσανε |
| Μέλλοντας | θα οικίζω / θα οικίσω | θα οικίζεις / θα οικίσεις | θα οικίζει / θα οικίσει | θα οικίζουμε / θα οικίσουμε | θα οικίζετε / θα οικίσετε | θα οικίζουν / θα οικίζουνε / θα οικίσουν / θα οικίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω οικίσει | έχεις οικίσει | έχει οικίσει | έχουμε οικίσει | έχετε οικίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα οικίσει | είχες οικίσει | είχε οικίσει | είχαμε οικίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω οικίσει / να οικίζω / να οικίσω | να έχεις οικίσει / να οικίζεις / να οικίσεις | να έχει οικίσει / να οικίζει / να οικίσει | να έχουμε οικίσει / να οικίζουμε / να οικίσουμε | να έχετε οικίσει / να οικίζετε / να οικίσετε | να οικίζουν / να οικίζουνε / να οικίσουν / να οικίσουνε |
| Προστακτική | — | οίκιζε / οίκισε | — | — | οικίζετε / οικίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →