Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οικιακά

/i.ci.a.ˈka/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. επάγγελμαοι δουλειές του σπιτιού στο σύνολό τους. Η λέξη χρησιμοποιείται για να εκφράσει την κύρια ενασχόληση κάποιου. Βικιλεξικό
    • Γαλλική εφημερίδα αναφέρει ότι η σύζυγος του υποψηφίου της συντηρητικής παράταξης, αν και δηλώνει πως ασχολείται με τα οικιακά, φέρεται να πληρώθηκε 500.000 ευρώ για τις υπηρεσίες της ως κοινοβουλευτική βοηθός του συζύγου της. (Εφημερίδα των Συντακτών, 25.01.2017)
    • Επάγγελμα: οικιακά

Ετυμολογία

οικιακά < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου οικιακός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήοικιακάοικιακά
Γενική—οικιακών
Αιτιατική—οικιακά
Κλητική—οικιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →