Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οικιακός

/i.ci.a.ˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την οικία και την διαμένουσα σ' αυτό οικογένεια, ανήκει ή αναφέρεται σ' αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οικιακός < ελληνιστική κοινή οἰκιακός < αρχαία ελληνική οἰκία ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική domestique)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοικιακόςοικιακήοικιακό
Γενικήοικιακούοικιακήςοικιακού
Αιτιατικήοικιακόοικιακήοικιακό
Κλητικήοικιακέοικιακήοικιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοικιακοίοικιακέςοικιακά
Γενικήοικιακώνοικιακώνοικιακών
Αιτιατικήοικιακούςοικιακέςοικιακά
Κλητικήοικιακοίοικιακέςοικιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →