οικιστικός
•
- σχετικός με την κατασκευή οικισμών Βικιλεξικό
- οικιστικός σχεδιασμός
- που αποτελείται από κατοικίες Βικιλεξικό
- οικιστικός ιστός
Ετυμολογία
οικιστικός < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οικιστικός | οικιστική | οικιστικό |
| Γενική | οικιστικού | οικιστικής | οικιστικού |
| Αιτιατική | οικιστικό | οικιστική | οικιστικό |
| Κλητική | οικιστικέ | οικιστική | οικιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οικιστικοί | οικιστικές | οικιστικά |
| Γενική | οικιστικών | οικιστικών | οικιστικών |
| Αιτιατική | οικιστικούς | οικιστικές | οικιστικά |
| Κλητική | οικιστικοί | οικιστικές | οικιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →