Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οικιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την κατασκευή οικισμών Βικιλεξικό
    • οικιστικός σχεδιασμός
  2. που αποτελείται από κατοικίες Βικιλεξικό
    • οικιστικός ιστός

Ετυμολογία

οικιστικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοικιστικόςοικιστικήοικιστικό
Γενικήοικιστικούοικιστικήςοικιστικού
Αιτιατικήοικιστικόοικιστικήοικιστικό
Κλητικήοικιστικέοικιστικήοικιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοικιστικοίοικιστικέςοικιστικά
Γενικήοικιστικώνοικιστικώνοικιστικών
Αιτιατικήοικιστικούςοικιστικέςοικιστικά
Κλητικήοικιστικοίοικιστικέςοικιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →