Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οικοανάπτυξη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. οικολογίαη ανάπτυξη οικολογικών συστημάτων Βικιλεξικό
  2. οικολογίαη ανάπτυξη της αγοράς ακινήτων λαμβάνοντας υπόψη περιβαλλοντικούς παράγοντες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οικοανάπτυξη < οικο- + ανάπτυξη ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική ecodevelopment)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήοικοανάπτυξηοικοαναπτύξεις
Γενικήοικοανάπτυξηςοικοαναπτύξεων
Αιτιατικήοικοανάπτυξηοικοαναπτύξεις
Κλητικήοικοανάπτυξηοικοαναπτύξεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →